
Στρίβω το τιμόνι σήμερα, αλλάζω πορεία κατά 90 μοίρες και βάζω πλώρη για «το φαινόμενο placebο», γνωστό ιατροφαρμακευτικό λιμάνι, να μη βαρυστομαχιάσουμε κιόλας και μας πιάσει ναυτία.
Από τα λατινικά «να αρέσω» που υπονοεί ένα φάρμακο που δίνεται περισσότερο για να αρέσει παρά για να βοηθήσει ουσιαστικά τον ασθενή, το φαινόμενο placebo είναι πολύ απλά αυτό που συμβαίνει όταν έχεις έντονο πονοκέφαλο, παίρνεις ένα Panadol extra και μέσα σε δέκα λεπτά αισθάνεσαι καλύτερα. Φυσικά και δεν ευθύνεται το Panadol για τη βελτίωση της κατάσταση σου εφόσον το χάπι βρίσκεται ακόμα στο στομάχι σου. To ίδιο πράγμα συμβαίνει όταν παίρνεις ένα δισκίο βιταμίνης C και νιώθεις αναζωογονημένος, εφόσον δεν υπάρχει περίπτωση να πάσχεις από σκορβούτο. Αυτό που σου συμβαίνει είναι εντελώς υποκειμενικό, ναι, αλλά πραγματικό. Προκαλείται κατά κόρον από ένα σκεύασμα που δεν έχει αποδεδειγμένη φαρμακευτική δράση, όπως τα ομοιοπαθητικά, καλή ώρα, αλλά και από φάρμακα που έχουν φαρμακευτική δραστικότητα!
Στην πραγματικότητα, ο τρόπος που χορηγείται ένα φάρμακο, το πώς είναι η συσκευασία του (π.χ. τι χρώμα έχει το δισκίο), το κόστος (όσο ακριβότερο τόσο το καλύτερο) και αν είναι το πρωτότυπο ή ένα αντίγραφο φτηνότερο σε κόστος αλλά με ακριβώς την ίδια δραστική ουσία, επηρεάζουν την έκταση του φαινόμενου placebo και το τι θα μας φανεί τελικά πιο αποτελεσματικό. Ακόμα και η ονομασία ενός φαρμάκου από μόνη της μεταφέρει ιδιότητα placebo. Έτσι δεν είναι τυχαία ή επιλογή του ονόματος Viagra που αρχίζει με τη λέξη Virility (αρρενοπότητα) και τελειώνει περίπου όπως Niagara…
Η ιστορία δεν σταματάει εκεί. Όταν ένας γονιός φιλάει το σημείο που χτύπησε το μικρό παιδί του, και δια μαγείας σταματάει το κλάμα του παιδιού, δεν είναι το φιλάκι που το γιάτρεψε αλλά η ιδιότητα placebo που έχει το φιλί. Το ίδιο συμβαίνει όταν αμέσως μετά την επίσκεψη στο γιατρό, νιώθουμε ήδη καλύτερα. Εκεί ο ιατρός λειτουργεί ο ίδιος σαν placebo, γιατί κάθε θεραπευτική πράξη που συνοδεύεται με την ανάλογη ευαισθησία και σεβασμό προς τον ασθενή έχει πάνω σ’ αυτόν μια αναλγητική δράση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.
Πως λειτουργεί αυτό το φαινόμενο; Καταρχάς, έχει βιοχημική βάση αφού έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται με την απόκριση απ’ τον εγκέφαλο ουσιών που λέγονται ενδορφίνες οι οποίες παίζουν ρόλο στην ανακούφιση του πόνου. Ο δεύτερος μηχανισμός (“conditioning model”), ψυχολογικής φύσης, έχει να κάνει με το πώς έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε μια ιατρική παρέμβαση, να αντιδρούμε σε μια άσπρη μπλούζα ή στα φάρμακα (κάτι παρόμοιο με το κουδούνι στα πειράματα του Παβλόφ). Τέλος υπάρχει το μοντέλο της προσμονής- ανθυποβολής (“meaning” or expectancy model), όπου αντιδρούμε ανάλογα μ’ αυτό πού πιστεύουμε ότι πρέπει να συμβεί. Για παράδειγμα, σε σχετική μελέτη μοιράστηκε σε εθελοντές ένα υγρό (απλό νερό με ζάχαρη) λέγοντας ότι προκαλεί εμετό και το 80% των συμμετεχόντων αντέδρασε κάνοντας πραγματικά εμετό.
Ελαφριές παθήσεις που έχουν ψυχοσωματική αιτία ή που μπορούν να ιαθούν από μόνες τους σε λίγες μέρες απαντούν πολύ καλά στη χορήγηση placebo, βλέπε ημικρανίες, μετεγχειρητικοί πόνοι, μερικές δερματοπάθειες κτλ. Το φαινόμενο είναι τόσο αποδεκτό που για να βγει ένα φάρμακο στην αγορά, και να αξιολογηθεί αντικειμενικά η δράση του, πρέπει να υποβληθεί σε κλινικές μελέτες με το σύστημα διπλού τυφλού αρνητικού όπου ούτε ο ασθενής-πειραματόζωο αλλά ούτε ο ιατρός γνωρίζουν ποιο είναι το placebo και ποιο είναι το πραγματικό φάρμακο.
Καταλήγω λοιπόν στο εξής: τo φαινόμενο placebo δεν είναι κάτι μαγικό και ούτε αφορά μια ορισμένη μερίδα ευκολόπιστων ανθρώπων…. Είναι η απάντηση του οργανισμού μας σε μια συμβολική υπόδειξη και καθρεπτίζει τη ψυχοσωματική διάσταση μας. Όλοι είμαστε επιρρεπείς σ’ αυτό, άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο. Και αφού η δράση του placebo είναι λιγότερο «επιβαρυντική» και πιο «φυσική» από τα κλασσικά φάρμακα, τι πειράζει αν την ακολουθούν μερικοί; Με ‘γειά με χαρά τους. Έτσι, το να χαρακτηρίσει κανείς τη δράση για παράδειγμα της ομοιοπαθητικής ως δράση placebo (γιατί δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο εκτός και αν θέλουμε να ανατρέψουμε όλους τους νόμους της χημείας!) ίσως να μην είναι βρισιά. Πρόβλημα είναι όμως οι ιατροί-ομοιοπαθητικοί-ψευτοεπιστήμονες-ψευτοψυχολόγοι- τσαρλατάνοι που θέλουν να βαπτίσουν την τέχνη τους επιστημονική και εφάμιλλη της συμβατικής ιατρικής προσέγγισης, εισπράττουν ουκ ολίγα σε επίσκεψη, και δεν επιθυμούν οι ασθενείς τους να "ενηλικιωθούν" και να δουν με πιο σχετικό μάτι την αξία των συνταγογραφιών τους.